Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

9 1/2 εβδομάδες [μετά]

Και πάντα μα πάντα και παντού κι οπουδήποτε, θα υπάρχουν εκεινα τα μικρά ,στιγμιαία αν θες, σημεία που θα με κάνουν να ανατριχιάζω στην εικόνα σου να δικαιώνει την διαίσθησή μου.  Κι όχι μόνο θα με κάνουν να σε βλέπω αλλά θα νιώθω την σκέψη σου να ορμάει κατά πάνω μου, να φωνάζει τ'όνομά μου, να επιζητά την αύρα μου, κάθε στιγμή που αγγίζεις κι εσύ τα ίδια αυτά σημεία.

Πες μου που κάνω λάθος.

Ευτυχώς δε λες που γλυτώσαμε την πυρηνική έκρηξη που θα προκαλούσε η ταυτόχρονη άφιξή μας στα ... σημεία αυτά; Έτσι κατά κάποιο τρόπο, ξέρω και ξέρεις και θα ξέρουμε.

Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

I promised.

Κάποτε ένα μπαλόνι, ένα χαρτονένιο κουτί κι ένα frisbee αρκούσαν για να με κάνουν τον πιό ευτυχισμένο άνθρωπο στη γη. Και ήμουν.
Το σημερινό "κάποτε" που ζω δείχνει να γίνεται ολοένα και πιό απαιτητικό για να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του τώρα μου.
Αλλά και όχι. Για παράδειγμα ήδη νίωθω πολύ καλύτερα με την σιγουριά της ανακούφισης που φέρνει η χαρά της συνειδητοποίησης της εν δυνάμη κίνησης που θα επιτύχει το Ματ. Αμέσως ή ακόμα και ταυτόχρονα, το μπαλόνι, το χαρτονένιο κουτί και το frisbee φαίνονται πιό μακρινά και πιό δυσεύρετα.
Το θέμα είναι να ξέρεις τί επιζητάς και τί νομίζεις πώς θέλεις. Με δυό λόγια "τώρα ξέρεις".  Ίσως είναι πιό δύσκολο, αλλά αντιστοίχως είναι και πιό προκλητικό. Αφού είπαμε πιά τώρα, τις δυσκολίες μας τις αντιμετωπίζουμε ως προκλήσεις κι όχι σαν εμπόδια.

Κοινώς: πρέπει να στρωθώ να διαλευκάνω τί παίζει με τα Γαριδάκια γιατί έχει καταντήσει πιά βασανιστική αυτή η διαδρομή μέχρι το σπίτι όπου θα ανοιχτεί το εκάστοτε σακουλάκι που τί το πείραζε δηλαδή να'ναι Δρακουλίνι; Για να μη μιλήσω για τα μούφα και καλά φάση Πακοτίνια που αντί να έχουν εκείνη την υπέροχη γεύση Τυρί-Πόδι, μου το παίζουν γκουρμεδοϊστορία "Ξυδίλα σα να μην υπάρχει αύριο-Πατάτα Goody's-ΦΑΚΙΝ' ΜΗΛΟ. 

Η ξενιτιά στο φαί δείχνει τα δόντια της, αλλά ευτυχώς, αυτό θα'ναι απαίσιο και οι απειλές της θα μείνουν νηστικές [όπως εμείς].

Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

Σοβαρά τώρα.

Μάλλον, ίσως, πιθανόν και με τα δίκια του, θα ακουστώ σαν το Βλαχάκι της (προπαρα)διπλανής χώρ(τ)ας (βλ.πόρτα), αλλά εγώ μου οφείλω να με υποστηρίξω και θα ξεστομίσω πώς η μεγαλούπολη είναι σκατά.
Φαίνεται να σφίζει από ζωή, αλλά στην πραγματικότητά της, είναι νεκρή και οι ταχυδρόμοι της μοιράζουν τα γράμματα και τα πακέτα μαζί με κατάρες. Ο φούρναρης αρνείται να παριστάνει πώς σε ξέρει και δε θυμάται επίτηδες πώς κάθε πρωί και την ίδια ώρα αγοράζεις απο'κείνον το pain baltique σου. Τα μετρό δε σταματάνε μπροστά σου και οι άνθρωποι μέσα τους, πρόσθεσαν στην λέξη "ατομισμός" ένα επιπλέον "κι" και γίναν περισσότερο ατομικιστές από ποτέ.
Η ουσία των πραγμάτων δίνει την σημασία της στην επιβεβαίωση της λεγόμενης ισότητας και το αποτέλεσμα είναι μια τυφλή κι αδίκως ικανοποιημένη μες την δυστυχία της γενιά, της οποίας μέλημα  είναι να ευγνωμονεί και να διαιωνίζει την φανφάρα της ονειρικής κεντροκοσμίτικης επιβίωσης.

Τώρα που έκανα λόγο για όπια των λαών δε μπορώ παρά να αναφερθώ και στην φρενίτιδα των Χριστουγέννων και των λαμπιώνιων και ένα έχω να πω: Ας πάνε εδώ πέρα οι Γάλλοι λίγο Εύοσμο να δουν τί πάει να πει στολισμός μπαλκονιού κι ας κρυφτούν μετά απ'τις ντροπές τους μες τα κρασιά τους κλαίγοντας.

Αλλά τί να πεις, εδώ τους βάζουν πρόστιμο εάν απλώσουν κάλτσα στο μπαλκόνι γιατί λέει χαλάς την αισθητική του δρόμου. Ναι δε λέω, μην το κάνουμε τσαντήρι το νεοκλασσικό, αλλά λεω'γω τώρα, ποιά αισθητική μου λες εσύ, όταν το κιλό ντομάτας κοστίζει 3.99Ε κι ο φτωχός τρώει κρέας μιά φορά το δίμηνο κι αν. Αλήθεια, κάποτε δεν ήταν in εκείνο το παραμυθάκι του οτι είναι απόλυτη αμαρτία το να είσαι τρελλά πολύ φτωχός; Πού είναι τα πρόστιμα σε αυτούς που χαλάνε την αισθητική της ανθρωπιάς;



Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

Midnight in Paris

Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που πάτησα αυτή τη λακούβα με το παγωμένο νερό χιονόνερου. Για να τιμήσω την αιώνια τάση μου για υπερβολή: θα ορκιζόμουν πώς έτσι πρέπει να είναι εκείνη η αίσθηση όλων όσοι παριστάνουν τους Ρώσους πατινέρ πάνω σε παγωμένες λιμνούλες, όταν ξάφνου σπάει η  επιφάνεια λιμνούλας κι έρχονται σε επαφή με εκείνο το ,πολικού ψύχους, νερό που ακόμα και οι λευκές αρκούδες το αφήνουν λίγο να χλιαρώσει πριν το πιούν.
Είχα λοιπόν φτάσει είκοσι λεπτά νωρίτερα στον σωστό δρόμο που μόλις με την τρίτη προσπάθεια είχα εντοπίσει και είχα τολμήσει ακόμα και να χαρώ που είχε σταματήσει να βρέχει. Η τρίτη και καλή μου προσπάθεια που λες, ήταν ντυμένη τόσο έντονα γαλλικά που κάτι μου βρωμούσε (!). Η υποψία μου επιβεβαιώθηκε όταν άνοιξε το στόμα της και χρησιμοποίησε την ιταλική προφορά της στις παρακάτω λέξεις: "Είναι στη μέση εκείνου του δρόμου...Δεν θα δυσκολευτείτε καθόλου να το δείτε μιας και είναι τόσο άσχημο κτίριο", "Ναι, ναι θα το καταλάβετε αμέσως με το που μπει στο πεδίο της όρασης σας". Στο μανιφέστο του κατά της αισθητικής του κτιρίου, μου ανέφερε μάλιστα πώς είναι και πολύ μοντέρνο. Άφησε να εννοηθεί πώς συνεπώς το φυσικό επακόλουθο αυτού, είναι να είναι απαίσιο.
Όλο αυτό μου έδωσε αφορμή για να κρίνω κι εγώ με την σειρά μου την εμφάνιση του στυλό που αγόρασα πάλι δοκιμάζοντας εκείνο στο "την τύχη" και που κρατάω τώρα (σκέψου χειρόγραφο blog τώρα, δε ξέρω).

Κάτι που σκεφτόμουν αυτές τις μέρες που λίγο μ'επιασε το "κοντοζυγώνει νέο έτος- απολογισμός" είναι πώς αυτό που έμαθα φέτος -μεταξύ άλλων- είναι πώς πλέον υποστηρίζω την εξής ιδέα:
" Όταν δεν θέλεις να χάσεις κάτι από κοντά σου, τότε κάθεσαι στον κώλο σου -τονίζω την κτητική αντωνυμία- και φροντίζεις έτσι ώστε να μην προκαλέσεις αίτια, λόγους κι αφορμές που θα σε οδηγήσουν στην μη αναστρέψιμη [πλέον] απώλειά τους, ευχαριστώ".
Μεταξύ εκείνων των άλλων, έμαθα επίσης και για τα καλά πιά, πώς αυτή η λεγόμενη και ρημάδα "δεύτερη ευκαιρία" είναι ο,τι πιό βάναυσο και απάνθρωπο μπορεί να μας καρφωθεί στο μυαλό ως επιλογή.

Για να επανέλθω και να μείνω λίγο στο θέμα που άνοιξα, θα ασχοληθώ λίγο με τα θύματα της προαναφερθείσας απώλειας μιάς και έχουν πολύ ζουμί, όπου σίγουρα και με τόσο αυστηρή φωνή ,που με κάνει να παίρνω εκεινη τη φάτσα που δε μου πάει καθόλου, σου ουρλιάζω πώς δεν είσαι εσύ!
(Με το εσύ, αναφέρομαι σε εκείνο το Χ πρόσωπο που δεν ήθελε πριν λίγο να χάσει το αντικείμενο Υ από κοντά του, έτσι για να μιλήσουμε υπό την έγκριση του συντακτικού.)

Πώς να σου πω, αυτό που εννοώ είναι πώς εάν όντως δεν ήθελες να χάσεις, θα "έπαιζες" ακόμα και άθελά σου, μιας και θα είχε σημαντικό ρόλο το ίδιο σου το υποσυνείδητο, με τέτοια στρατηγική που θα σε έβγαζε νικητή. Εάν τα' κανες (σχόλια κειμενογράφου: γι'αλλη μια φορά) σκατά δε σου φταίει τίποτ'άλλο παρά και ολοκληρωτικά οι δικές σου πράξεις. Εκτός αν όλο σου το Είναι είναι συμφιλιωμένο αρμονικά με τον βαθύτερό σου στόχο. Να χάσεις.

Σε δεύτερη (πάντα) μοίρα, έρχεται το χαμένο θύμα της υπόθεσης, το οποίο μιας και με τα χεράκια του έβγαλε τα ματάκια να κάτσει τώρα εκεί που είναι και να θυμάται άλλη φορά να μην ξεχνάει. Κατεμέ, μεγαλύτερος φταίχτης στην όλη κατάσταση που ίσως δημιουργείται όταν και εφόσον όλοι οι παραπάνω αναλαμβάνουν ρόλους και το σενάριο παίρνει οπτικοακουστική μορφή.

Τέλος για να ελαφρύνω λίγο το κλίμα (που σιγά να μη, τί είμαι πιά μπροστά σε ολόκληρο κυκλώνα) αυτό που επίσης έμαθα φέτος τωρα στα κοντά, είναι πώς οι παρέες μεθύστακων στα μετρό του Παρισιού αποτελούνται πάντα από τρία άτομα. Ο ένας κάθεται στη μέση έχοντας ενα μπουκάλι ανάμεσα στα χέρια του χωρίς να μιλάει. Μέσα στη σιωπή του μοιάζει σοφός και καμιά φορά ρίχνει κυνικά βλέμματα στον άλλον που είναι μετά βίας όρθιος με το καμάρι του πιωμένου και τον ενθουσιαμό του μαστουρωμένου κουνάει γρήγορα και απότομα τα χέρια του από τον ενθουσιασμό της φοβερής του ανακάλυψης προσπαθώντας να πείσει τον τρίτο και μοναδικό που, αλήθεια, προσπαθεί να τον ακούσει. Εκείνος έχει μεγάλη κόκκινη μύτη. Πάντα τυλιγμένο κάπου κοντά τους υπάρχει κι ένα αδέσποτο σκυλί ράτσας και η επιγραφή "πεινάμε". Στο'πα, εγώ και η λέξη "ελαφρύς" σε οποιαδήποτε της μορφή δε πάμε πακέτο.

Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

Από το Παρίσι για Ελλάδα, Μαρίνα Δονικιάν-Συγγελάκη



Κανονικά κάπου εδώ και μέχρι τις τρείς, θα'πρεπε να μεταφράζω το βιογραφικό μου αλλά αποφάσισα να αλλάξω και να βάλω τα πρέπει μου στη θέση τους. 'Αλλωστε τις μεταφραστικές μου ικανότητες "έπρεπε" να τις ακονίσω ήδη από την προηγούμενη εβδομάδα, αλλά βλέπεις προτίμησα να τιμήσω άλλα μου προσόντα. 
Εδώ οι σερβιτόροι όταν τους ζητάς το τσάι σου, χτίζουν στο μυαλό τους εικόνες βίαιου πνιγμού με καυτό τσάι μέντα, με πρωταγωνιστή εσένα σε υποβρύχια πάντα λήψη και σχεδόν οραματίζονται το πρόσωπό σου παραμορφωμένο απ'τον πόνο του καψίματος. Πρόσωπο που εγώ όμως, χρησιμοποιώ για να τους χαμογελάσω όσο πιό έντονα και θηλυκά μπορώ και τελικά καταφέρνω πριν φύγω, να περάσει ένας από αυτούς ξυστά απ'το τραπέζι μου και να μου αφήσει πάνω ένα χάρτινο χειροτέχνημα που αρχικά επιβεβαιώνει την εικασία μου ως προς το αρχικό σχέδιο μίσους του εναντίον μου. Κατά δεύτερον, ισχυροποιεί την ιδέα που είχα να βρω μέχρι τα χριστούγεννα, τον άντρα των γαλλικών μου ονείρων.
Άλλοι πάλι προσπαθούν να σου τα φτιάξουν με τον μοναχικό Γάλλο που κάθεται απέναντί σου. Είναι απο εκείνους τους άντρες που πηγαίνουν στο εστιατόριο για να γλυτώσουν απ'τις γυναίκες τους και να φάνε την ζεστή μεσημεριανή τους σούπα με την ησυχία τους.
Οι αποστάσεις εδώ δεν αστειεύονται και για μένα που το λεωφορείο αποτελούσε ατραξιόν του τριμήνου και αν, θα χρειαστεί να το μάθω με τον άγριο τρόπο του "Έλα μωρέ πόσο μακρινή απόσταση μπορεί να καλύπτουν τρείς στάσεις;". "Σχεδόν μια ωτίτιδα δρόμος" θα μπορούσε να'ναι η απάντηση, εάν ποτέ καταφέρω να συμφιλιωθώ με την ιδέα πώς κάθε φορά που θα βγαίνω απ'το σπίτι θα ρίχνει χιονόνερο έως και τον Δεκέμβρη που μάλλον θα σταματήσω να βγαίνω. Τότε λογικά θα έχουν αρχίσει και οι χιονοθύελλες.
Δεν ξέρω τί είναι πιό κακομούτσουνο μεταξύ του καιρού, που είναι σα να του'χουν χέσει τον πατέρα ή της γάτας που κάθε φορά που με βλέπει εύχεται να της τελειώσουν οι ψυχές μιά ώρα αρχύτερα μπας και απαλλαγεί απ'την παρουσία μου. Παρηγοριά μου τα χελωνάκια που ζουν εδώ ανάμεσά μας. Εκείνα σουλατσάρουν ανέμελα στον ρυθμό του "πάμε σήμερα μέχρι την κουζίνα, κατασκηνώνουμε άμα είναι εκεί για βράδυ και αύριο το βλέπουμε" και αποτελούν έτσι την φυσική αντίφαση της μεγαλούπολης στην οποία μετοίκησα. Επίσης, θέλω να τα ευχαριστήσω για την μοναδική ευκαιρία που μου δίνεται, καθώς παρακολουθώ πόσο κοιμισμένα γίνονται μέρα με την μέρα και αγωνιώ για την στιγμή που θα πέσουν σε χειμερία νάρκη.
Η ιεροτελεστία σήμερα του "Χάνομαι σε ένα άγνωστο μέρος" απέφερε τους καρπούς της και μια μυρωδιά γνώριμη εισχώρησε στο μνημονικό μου σύστημα. Το τηγανιτό λάδι που αναμειγνύεται με τον παγωμένο αέρα της ευρωπαϊκής πόλης σήμανε McDonalds. Διάφορα σχολιάκια του τύπου "Είσαι στην Γαλλία και θα φας McDonalds;" απαγορεύονται διά ροπάλου και τιμωρούνται με επιθέσεις του "Ναι δεν ήξερα να πάρω το στρείδι μου σε τάπερ". Επίσης εάν σας παρηγορεί, υπόσχομαι πώς θα παίρνω πάντα French Fries.
Σνιφάροντας μια τζούρα απ'το μπαγκετοκαμάμπερο μου (να διαβαστεί με την έννοια του ψωμοτυριού) σκέφτομαι πόσο ακριβά μου στοιχίζει κι αμέσως θυμάμαι τον λόγο που άνοιξα εγώ σήμερα  το Office. Πήγε και τρείς και είκοσι.


Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

S5E01

Άθελά μου,
Με κάνει να σκέφτομαι πράγματα που αποφεύγω ή πολύ περισσότερο και κυνικά δοσμένο, ένα σκέτο "δεν θέλω" θα ισοπέδωνε και θα έβαζε τις σκέψεις μου εκεί όπου ανήκουν. Στο πουθενά.

Ευτυχώς,
Δεν θέλω να θέλω. Θέλω λιγότερο απ΄ότι δεν θέλω. Θέλω να μην θέλω.
Δεν θέλω.





Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Λίγο ακόμη.

Διαβάζεται με μιά ανάσα:

Και γι'ακόμη μιά φορά την φίλησε σταυρωτά λες και εκείνη την ένοιαζε αυτό το ανούσιο και ψεύτικο άγγιγμα των χειλιών του πάνω της. Αυτό που ήθελε εκείνη ήταν να τον συνεπάρει παραλύοντας τον έως ότου το μόνο που θα είχε λογική για εκείνον, να ήταν να την σταματήσει την ώρα που. Τελεία.

Την ώρα που μέσα της, έβραζαν ξόρκια που θα τον έκαναν να καταλάβει όλα αυτά που σκεφτόταν χωρίς να μπορεί να του τα "πει". Εκείνη είχε την ελπίδα πως εκείνος θα νιώσει την ματιά της κι οτί όλες της οι ανάσες, θα παίρναν την μορφή των βαθύτερων και άκρως απαγορευμένων επιθυμιών της. Μόνο σ'εκείνον άλλωστε είχε υποσχεθεί τότε να μην του κρύβει τίποτα.


http://www.youtube.com/watch?v=4P0hG3sD0-E

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

Lov Storiz #5

...-Α μπα, αποκλείεται, πάνω από τρία χρόνια έχω να ερωτευτώ...
-Μήπως δεν το επιχειρείς κι εσύ;
-Αν το παραδεχτώ, σημαίνει αυτόματα οτί δε τα πάω καλά.
-Για πες μου λοιπόν, τί συνέβη πριν αυτά τα τρία χρόνια;
-Τώρα αλήθεια; Πες εσύ καλύτερα.
-Εγώ καλά, χώρισα πριν λίγο καιρό.
-Χωρίς να ξέρω την ιστορία, ακούγεσαι πιό αισιόδοξος και αν είχαμε επιχειρήσεις, θα ήξερα ποιός θα ήταν ο συνδικαλιστής.
-Τί είναι τώρα αυτό;
-Α, οι γενικεύσεις μου.
-Γενικεύεις;
-Σαν τρελλή. Δε σ'αρέσουν;
-Όχι. Σαν τί γενικεύεις; Τον έρωτα με τις επιχειρήσεις..;
-Τα πάντα. Ακόμα κι αυτό!
-Γιατί;
-Εσύ χρησιμοποίησες την λέξη επιχειρώ.
-Ναι, αλλά με άλλο νόημα, δε μίλησα για μπίζνες.
-Γιατί, δεν υπάρχει κέρδος;
-Μα είναι διαφορετικό. Δεν είναι το ίδιο.
-Εμένα για κέρδος μου κάνει και το κέρδος είναι το ίδιο παντού. Αν πω στόχος, θα΄ναι καλύτερο;
-Δηλαδή;
-Μα δες, όλα γύρω μας κατευθύνονται από στόχους και σκοπούς, τίποτα δεν αιωρείται έτσι ανόητα και αφηρημένα.
-Ναι, και τί σημαίνει αυτό;
-Πού να ξέρω εγώ; Εγώ ξέρω μόνο τί σημαίνει για μένα.
-Τί σημαίνει για σένα;
-Οτί έχω δίκιο να γενικεύω καθημερινές μου στιγμές και να τις αναλύω με ένα γενικότερο πρίσμα.

*Διαφημίσεις*

-Απλά θα ήθελα να κλείσω τα μάτια μου πρώτα.
-Γιατί;
-Για να μη σε δω να τρέχεις. Είμαι τρελλή.
-Εντάξει, κλείσ'τα καλύτερα.

*Διαφημίσεις*


-Μήπως να τρέξω εγώ τελικά; Εσύ φαίνεσαι πιό τρελλός από μένα για να το΄κανες αυτό.

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

Όρκοι κι ευχαριστίες

Είμαι ζωντανή και σ'ευχαριστώ γι'αυτό. Πιό πολύ σ'ευχαριστώ όμως που επιτέλους με βοήθησες να το παραδεχτώ. Θα μπορούσα ακόμα και να πω οτί είσαι είσαι  η αιτία κι η αφορμή που εγώ είμαι σήμερα σε αυτήν θέση. Όμως με άφησες μόνη για πολύ καιρό.
Πού ήσουν;
Επέζησα και μου έλειψες. Δεν ξέρω εάν ένας όρκος είναι απλά αρκετός για να συγχωρεθώ, αλλά μαζί του θα κάνω κι ο,τι περνάει απ'το χέρι μου για να μην σε ξαναχάσω ποτέ. Όπως τώρα. Όπως τότε που τίποτα δεν είχε μεγαλύτερη σημασία από εσένα. Εσένα που υπερασπιζόμουν όταν όλοι χτυπούσαν τα χέρια τους στο τραπέζι θυμωμένα. Εκείνο το μεσημέρι, εκείνο το βράδυ αλλά κυρίως εκείνα τα ξημερώματα που ο μόνος τρόπος να σου δίνομαι ήταν να ακουμπάω την κρύα πέτρα που είχες ακουμπήσει κι εσύ παλιά.
Θυμάσαι;
Είμαι ευτυχισμένη για όλα μου έχεις προσφέρει κι υποσχεθεί. Σ'ευχαριστώ που με αφήνεις να κρυφοκοιτάξω απ'το παράθυρο σου και σου υπόσχομαι οτί θα σε γεμίσω περηφάνια κάποια μέρα.
Το χρειαζόμαστε κι οι δύο, το ξέρω.
Δεν θα σε ρωτήσω εάν με πιστεύεις. Κι αυτό το ξέρω.
Θα με περιμένεις;



Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Ήρθε η ώρα

Ευτυχώς για μερικούς δεν πηγαίνω ακόμα σχολείο και συγκεκριμένα δημοτικό, γιατί ο εξάψαλμος που θα ακολουθήσει σχετικά με αυτήν την γελοιότητα με την αλλαγή της ώρας, θα συνοδευόταν με εκρηκτικά και διάφορές άλλες κατάρες.
Ναι, ακόμα πιστεύω ο,τι εγώ χάνω μιά ώρα κι όχι απαραίτητα ύπνου γιατί δικιά μου είναι και την κάνω ο,τι θέλω χωρίς να δώσω λογαριασμό σε κανέναν από αυτούς που θέλουν να μου την κλέψουν.
Κάπου εδώ θα πρέπει να συζητήσω και τον προβληματισμό μου όσον αφορά ποιός μου την σπάει περισσότερο, αυτο το γκρουπ γελοίων ανθρώπων που αποφασίζουν έτσι να αλλάξουν την ώρα ή όσων όχι μόνο δεν αντιδρούνε αλλά μου την λένε κιόλας με εκείνη την εξωφρενική ατάκα του οτί θα κερδίσω την ώρα μου πίσω τον Οκτώβρη!
Δηλαδή ναι, χθες εκεί που ήταν 11 το βράδυ ξαφνικά έπρεπε να θεωρηθεί 12 κι έτσι εγώ να μην δω ας πούμε το επεισόδιο μου γιατί πολύ απλά εκείνη η ώρα εξαιτίας μιάς βλακείας, απλά "χάθηκε". Έτσι παφ σα να μην υπήρξε ποτέ. Ξέρεις όμως τί υπήρξαν; Οι ανάγκες μου που εγώ είχα αποφασίσει να τις ικανοποιήσω εκείνη ακριβώς την ώρα που μου στέρησαν έτσι άδικα.
 Ωραία, δηλαδή εγώ απόψε να δω κατευθείαν το επόμενο απ' το χθεσινό μου επεισόδιο και κάπου τον ερχόμενο Οκτώβρη να θυμηθώ να δω αυτό που θα έπρεπε να δω χθες γιατί έτσι. Εγώ λέω, να γίνει κατευθείαν Οκτώβρης τώρα για να τελειώνουμε. Ή μάλλον γιατί δε γίνεται ο,τι ώρα να'ναι να ησυχάσουμε περισσότερο;
Για να μη μιλήσω για το φιάσκο του ξυπνήματος. Έσπασε ο διάολος το ποδάρι του κι ας πούμε έπρεπε εγώ Κυριακάτικα να ξυπνήσω στις εννιά το πρωί. Αφού μου  διαλύθηκε με το έτσι θέλω τους η μία ώρα μου και αναγκάστηκα να συμβιβαστώ, έπρεπε τώρα να μπω στην διαδικασία του τί ώρα να βάλω εγώ τώρα ξυπνητήρι για να χτυπήσει λες και είναι εννιά το πρωί σαν χθες αλλά στο αύριο; Να αλλάξω την ώρα στο κινητό μου ξυπνητήρι ή θα αλλάξει μόνο του με αποτέλεσμα εγώ να ξυπνήσω ο,τι ώρα να'ναι;

miscellanious:

Στην Ρωσία από το 1970, η ώρα δεν υποκύπτει σ'αυτήν την παγκόσμια εξολόθρευση της ατομικότητας και της καταπάτησης του προσωπικού ωραρίου. Η ώρα στις 11 για παράδειγμα, παραμένει να είναι 11 όταν όλοι εμείς οι εξυπνάκηδες αποφασίζουμε να κάνουμε ταξίδι στο κοντινό μέλλον αφήνοντας αναπάντητα μυστήρια σε όλα εκείνα τα επεισόδια που δε παίχτηκαν ποτέ επειδή κάποιος άλλος το αποφάσισε για εκείνα και που ο ίδιος τους ο θεατής δε τα προάσπισε απαιτώντας την ώρα που τους ανήκει πίσω.
Οι αγελάδες λέει, μουλαρώνουν (!) και δε δίνουν το γάλα τους αν πάει ο αγροτέτοιος να τις αρμέξει νωρίτερα ή αργότερα από το μοναδικό σωστό ρολόι που είναι το βιολογικό. Στάσου φίλε μου(ουυυ) του λέει, επειδή εσύ αποφάσισες να είναι τώρα ξαφνικά έξι η ώρα εγώ να βγάλω γάλα λες και είμαι καμιά μηχανή ενώ ήμουν... "προγραμματισμένη" να στο προσφέρω πριν ή μετά από μιά ώρα;  Φυσικά καταλαβαίνετε επίσης οτί αν αλλάξει κι ο αγρότης την δική του ώρα ξυπνήματος έστω ναι κατά μία ώρα αλλάζει κι εκείνου εξίσου όλο του το πρόγραμμα.
 Κι όλα τώρα αυτά όλα συντελούν στο χάος άνευ λόγου και στην ταραχή μιας ήδη εφιαλτικής αρμονικής τάξης των πραγμάτων μόνο και μόνο για να'ναι μεγαλύτερη η μέρα και άλλες τέτοιες τρίχες ή για να σκοτεινιάζει αργότερα. Who cares. Ας κάτσουν αυτοί οι σπάστες να βρούνε λύσεις σε άλλα φλέγοντα ζητήματα όπως η ασιτία κι ας αφήσουν τον ήλιο να βασιλεύει στις 7 κι ας ήταν πιό ωραίο να είναι 6.  

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

Κατηγορίες Σπαστικών Ανθρώπων #12 "Ο Eπιτραπεζιοσπάστης"



Αν κι επίκαιρος αυτήν την εποχή είναι ο Βιβλιοθηκοσπάστης #1 και #2, ο διαολο- Σπάστης συνεχίζει να εξελίσσεται προκειμένου να μη μας αφήσει σε χλωρό κλαδί, να χαρούμε με την ησυχία μας τους δικούς μας προβληματισμούς.  Βρίσκεται εδώ, σπαστικότερος από ποτέ, έχοντας επιστρέψει   δριμυτερότερος κι έτοιμος να ισοπεδώσει γι'άλλη μιά φορά καθημερινά αγαπημένα πράγματα τα οποία συνήθως μας χαρίζουν στιγμές ανεμελιάς και ευτυχίας καθώς μπορούν και μας αποσπούν, όπως προείπα, από έγνοιες και μιζεριές. Αφού λοιπόν, έχουν τσακίσει  καθημερινές μας χαρές όπως τα ανέκδοτα, τα ταβερνάκια, τα Καρναβάλια, τις συναυλίες και τα σινεμαδάκια, τώρα είναι η ώρα να στη σπάσουν ακόμα και στις αθώες εκείνες φιλικές μαζώξεις σε σπίτι κάτι παγωμένες Πέμπτες βράδυ, που αποφασίζετε να παίξετε επιτραπέζιο.
Είναι τόσο διεστραμμένος που η δίψα του να στη σπάσει, τον οδηγεί στο σημείο να εμφανιστεί ακόμα και με μορφή περίπλοκου, δυσπαιχνίδευτου (ναι αυτό) επιτραπεζίου που έχει σαν σκοπό ζωής του να σου καταστρέψει την βραδιά και να σε κάνει να φαίνεσαι σα βλάκας  που δεν καταλαβαίνει τις οδηγίες του. Την ίδια στιγμή, ορκίζομαι, οτί μετατρέπει όλους τους συμπαίκτες σου ευφυέστερους, με αποτέλεσμα να'σαι ο μόνος που δε μπορείς να παίξεις σωστά. Ο κίνδυνος να ακουστώ γι'άλλη μιά φορά υπερβολική με αναγκάζει να δώσω και την επιστημονική εξήγηση του φαινομένου:

"..το συγκεκριμένο της φωτογραφίας σου ρουφάει κάθε όρεξη για ζωή"


Έστω οτί κάποιος γνωρίζει τους κανόνες και αναλαμβάνει να σου τους εξηγήσει μπας και αρχίσει το παιχνίδι. Κατά τη διάρκεια που εσύ οφείλεις να το καταλάβεις, σημειώνονται τα εξής:


1) Όλοι όσοι το έχουν ξαναπαίξει, βαριούνται να περιμένουν να το καταλάβεις και α) χαζομιλάνε μεταξύ τους ή β) γίνονται ολοένα και καλύτεροι, εάν τυχόν τους είχε ξεφύγει κάτι.
2) Οι κανόνες είναι πολλοί και δύσκολοι, αντικειμενικά, για να τους πιάσεις με την μία
3) και η φυσικότητα και η απλοϊκότητα με την οποία στους παρουσιάζει ο "παιχνιδογνώστης"

...σε κάνουν να μην συγκεντρώνεσαι στους κανόνες, αλλά παρ'όλ'αυτά κουνάς συγκαταβατικά το κεφάλι σου και καλά ο,τι καταλαβαίνεις για να μη φανείς ακόμα πιό ηλίθιος απ'ότι ήδη αισθάνεσαι, ενώ από μέσα σου αναρωτιέσαι ποιός διάολο όντως διασκεδάζει παίζοντας αυτό το επιτραπέζιο  και προφανώς έχεις ήδη αποφασίσει οτί δε σου αρέσει.
Ε λίγο θέλει;
 Ολα αυτά μαζί δημιουργούν αρνητικό κλίμα για την εκμάθησή του παιχνιδιού και υποσυνείδητα ήδη περνάς χάλια. Το παιχνίδι ξεκινάει με την συμβιβαστική φράση "Εντάξει, θα το δεις και στην πράξη"... κι εκεί ήδη ξέρεις πάνω-κάτω τί θα'κολουθήσει. Εάν βέβαια συμφωνήσει 
  • αυτός που βαριέται πάντα να παίζει επιτραπέζια.
Αλλά προτρέχω. Ας τα πάρουμε με την σειρά τους. Αρχίζει λοιπόν το παιχνίδι και ήδη διακρίνεται...
  • Αυτός που θα κερδίσει. Πιθανόν να είναι ο ίδιος που στο εξηγούσε. Πραγματικά ώρες ώρες, έχω την εντύπωση οτί είναι ο ίδιος ο κατασκεαστής τους. Δε γίνεται ρε φίλε να τα ξέρει όλα τόσο λεπτομερώς. Λογικά το'χει παίξει άπειρες φορές με αποτέλεσμα να έχει και εμπειρική γνώση εκτός από την παπαγαλίστικη που οδηγεί στις κικ-ας στρατηγικές να σου φύγει η μαγκιά. Όλοι  ξέρετε οτί θα νικήσει και νιώθετε ο,τι είναι άδικος κόπος να προσπαθήσετε να τον νικήσετε εκτός από τον...

  • Κλεφταρμά που θα κάνει τα πάνδεινα για να τον/σας κλέψει. Η γκάμα των μανουβρών του κυμαίνεται από το παραδοσιακό "Όπα όπα σόρρυ, μαλακία μου δε το είδα " (ναι κλανιάρη), έως το "Α, σόρρυ ρε νόμιζα έτσι το παίζαμε". Άλλοτε κλέβει θρασύτατα την ώρα που δε κοιτάει κανένας, ενώ πάντα υπάρχει κάποιος άλλος σπαστικός που θα του την σπάσει τσακώνοντάς τον. Επίσης είναι ικανός να σκαρφιστεί δικές του εντολές εάν το παιχνίδι είναι με κάρτες εντολών κι ενδεχομένως να προσπαθήσει ακόμα και να σας μεταπείσει οτί "Έτσι το γράφει μέσα" διαβάζοντας τες και καλά με φυσικότητα κάνοντας από μέσα του προσευχές να μην απευθυνθείτε στις οδηγίες, που όμως αποτυγχάνουν παταγωδώς αφού ο...
  • "Ακολουθώ πιστά τις οδηγίες" προσβάλλεται λες και του θίξανε τη μανα κι αμέσως τινάζει την προέκταση του χεριού του για να ανοίξουν σα πάπυρος οι οδηγίες  και  τρίβει με οργασμική ευτυχία στη μούρη του Κλεφταρμά ή οποιουδήποτε τόλμησε να τον αμφισβητήσει,την παράγραφο που τον καθιστά αμέσως κουτοπόνηρο. Πιστεύω πως ο "Ακολουθώ  πιστά τις οδηγίες" συμμετέχει στο παιχνίδι περισσότερο για να μας την λέει με το κωλοτευτεράκι του, παρά για να διασκεδάσει με το επιτραπέζιο. Αλλά βέβαια, αυτός που δεν παίζει για να χαρεί το παιχνίδι για κανέναν λόγο είναι ο...
  • "Εκδικητικός" που έχει έρθει στην μάζωξη, μόνο και μόνο για να βγάλει κακίες και κόμπλεξ σε κάποιον από τους συμπαίκτες του, επειδή ίσως πριν μερικά χρόνια ένας από αυτούς να του πήρε τη σειρά στο κυλικείο. Ο Εκδικητικός όμως, μπορεί να κάνει εχθρούς και εκείνη την ώρα εάν ας πούμε κάποιος συμπαίκτης του, τον νικήσει ή αν τολμήσει να του γκρεμίσει κάνα καστράκι για παράδειγμα. Ξαφνικά, ο σκοπός του Εκδικητικού, είναι να τον καταστρέψει θυσιάζοντας ακόμα και την προσωπική του νίκη. Παίζει πιά εναντίον σου, κι ούτε καν υπερ του! Δεν τον ενδιαφέρει εάν θα κερδίσει, αρκεί εσύ να έχεις χάσει. Ομοιότητες παρατηρούνται με τον...
  • "Θυμωνιάρη" ή γνωστό κι ώς "Ε εγώ δε παίζω άλλο". Αγαπημένες του φράσεις όταν έπαιζε μικρός στην αλάνα ήταν "Ε στοπ στοπ, δε μετράει", "Θα το πω στη μαμά μου", "Όλα στη κυρία". Στο κρυφτό ήταν συνήθως το κωλο"πουλάκι". Σήμερα, έχει τον ρόλο αυτουνού που αν κάποιος του ρίξει μιά κάρτα που είτε θα τον κάνει να χάσει την σειρά του, είτε θα πάει λίγο πίσω, ή αν ας πούμε, δε δεχτούν κάποια λέξη του στο scrable, ή αν βγει εκτός χρόνου και δε του δεχτούνε την απάντηση, απειλεί οτι θα σταματήσει το παιχνίδι κι οτί θα πάει σπίτι του. Η διαφορά του με τον "Εκδικητικό" είναι οτί ο Εκδικητικός τείνει να καταστρέφει το παιχνίδι μόνο όποιου έχει βάλει στο μάτι, ενώ ο Θυμωνιάρης/Ε Εγώ δε παίζω άλλο, το χαλάει σε όλους. Σπάστη.
  • Δεν θα έλειπε από ένα τέτοιο παρεάκι κι ο ενοχλητικός που συνέχεια κάνει τις ίδιες ερωτήσεις ή που κάνει τα ίδια λάθη σε κάθε γύρο μετατρέποντας το παιχνίδι σε φιάσκο, καθώς εξαιτίας του, είτε τον βοηθάνε και παίζουνε κατά κάποιο τρόπο εναντίον των εαυτών τους οσοι τον βοηθάνε, είτε τους φανερώνονται οι κάρτες/πιόνια/στρατηγική/γράμματα/λεφτά ή ο,τιδήποτε τέλος πάντων υποτίθεται πώς πρέπει να μένει κρυφό για να'χει νόημα το παιχνίδι. Καραγκιοζιλίκια.  
  • Ο "Πρέπει να φύγω" λίγα λεπτά αφότου ξεκινήσει το παιχνίδι. Χειρότερα βέβαια γίνονται τα πράγματα όταν ο "Πρέπει να φύγω" εμφανίζεται λίγο πριν το τέλος του παιχνιδιού πετώντας την ατάκα "συνεχίστε χωρίς εμένα". Ναι γελοίε, θα σκηνοθετήσουμε τον θάνατό σου στο παιχνίδι και θα φανταστούμε πώς τα σπιτάκια σου στο ταμπλώ τα γκρέμισε σεισμός. Α παράτα μας, που φέυγεις.  Ξάφνου, όλα χάνουν το νόημά τους και ούτε το τελικό σκορ θ'αξίζει να μετρηθεί. Ο μόνος χαρούμενος; 
  • Αυτός που "Χάνει πάντα" που είναι μάλιστα από τους πρώτους που διατυμπανίζει το ανούσιο πιά παιχνίδι αφότου έφυγε ο "Πρέπει να φύγω" μπας και δε μετρήσει το γελοίο σκορ του που θα  τον ανάγκαζε να δεχτεί βουλώνοντάς το, τυχον μελλοντικές κοροϊδίες κι αναπολήσει σε ανύποτπτο χρόνο του στυλ "Θυμάστε τον βλάκα πώς πάτωσε..".
  • Ο "Κωλοκωλόφαρδος". Ε τί παίζεις ρε άμα είσαι τόσο κώλος; Τί μας κοροϊδεύεις δηλαδή; Άμα είναι να πούμε οτί κέρδισες να τελειώνουμε. Ό,τι και να παίζουμε πετυχαίνει το κουτάκι της ελεύθερης στάθμευσης και παίρνει τα λεφτά απ'τη μέση,εξάρες, ή ξέρω'γω την υπερούλτρα σουπερ κάρτα που τον βγάζει αυτόματα νικητή ακυρώνοντας κάθε σου προσπάθεια. Γι'αυτήν και τις άλλες δέκα γύρες που θα παίξετε. 


Miscellaneous: μη πιάσω καν στο στόμα μου αυτόνα που ακους εκεί ρε 
  • "Σιχαίνεται" την μονόπολη. Πώς διάολο γίνεται να σιχαίνεται κανείς την μονόπολη; Γιατί τί σου'κανε δηλαδή; Σου την σπάει επειδή μπόρεσε κι έγινε το καλύτερο παιχνίδι όλων των εποχών; Ένα παιχνίδι που θα μείνει αιώνια κλασσικό και δε θα αφανιστεί ποτέ; Δε θέλω να το συζητήσω άλλο.
  • Αυτόν που στην μονόπολη σου αγοράζει την οδό που σου λείπει για ν'αρχίσεις να χτίζεις τα σπιτάκια σου σαν άνθρωπος.
  • Αυτόν που δε σου θυμίζει οτί πρέπει να σε πληρώσει όταν βρίσκεται στο κουτάκι σου γιατί σα βλήμα ξεχάστηκες.
  • Αυτόνα που φαινόταν ρε από την αρχή ο,τι βαριέται κι ας έκανε την καρδιά του πέτρα και μας έκανε την χάρη. Να μην έπαιζες καλύτερα ρε φίλε από το να μου το χτυπάς κάθε φορά που ρίχνεις το βρωμο ζάρι σου ξεστομίζοντας λες και βάζουνε να φας σκατά "Α, εγώ είμαι πάλι;". Αντί να χαίρεσαι που ήρθε η ώρα να μεγαλουργήσεις και να δείξεις σε όλους τί αξίζεις, παραπονιέσαι δηλαδή που θα γευτείς την στιγμή που σου φανερώνεται η πεμπτουσία του όλου παιχνιδιού; 

Και λύστε μου και την απορία γιατί διάολο σνομπάρουνε όλοι το ταμπου; 


Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013

Το Σαββατόβραδό μου


Σαν λάτρης και σκλάβα της μεγαλειότητας του υποσυνείδητου, θα προσδώσω στην παντοτινή μου απέχθεια προς τα Σαββατόβραδα, χαρακτήρα διαίσθησης. Με πιό απλά λόγια, κάτι ξέρω και δε βγαίνω Σαββατόβραδα.
Μία βόλτα σαράντα λεπτών στο κέντρο της φωτισμένης από τα στολίδια αντρών και γυναικών που μοστράρουν πάνω τους ανυπόμονα να φιγουράρουν στα μαγαζιά και να δείξουν την ομορφάδα τους, πόλης,  αρκεί για να νιώσω σκληρά στο είναι μου το όλο, την εχθρική, γεμάτη μίσος, κατάντια της σημερινής μου κοινωνίας.
Δίπλα στους πράσινους κάδους, παρατηρώ ένα αγόρι νεώτερο από εμένα, γύρω στα είκοσι, να χοροπηδάει πάνω σε ένα δοχείο μεταλλικό πρέπει να΄ταν και με άγνοια που με ταπείνωσε αργότερα, ρώτησα "μα τί κάνει εκεί".  Το ο,τι η απάντηση με εξέπληξε, όπως προείπα με ανάγκασε να νιώσω ντροπιασμένη που ούτε καν μου πέρασε απ'το μυαλό πώς το αγόρι αυτό χοροπηδάει πάνω σε σιδερικά που μαζεύει το Σαββατόβραδό του, για να τα πουλήσει για μερικά ευρώ. Ξαφνικά ένιωσα ανάξια των όλων μου. Όταν δε, σκέφτηκα πώς λίγα μέτρα πιό κάτω απ'τους κάδους, ένα εξίσου εικοσάχρονο αγόρι απολαμβάνει το Σαββατόβραδο του πίνοντας ποτό με δέκα ευρώ, φοβήθηκα για το μέλλον μου.
Συνεχίζοντας την βόλτα μου, είδα στον δρόμο ένα στρωμένο με παπλώματα, υπέρδιπλο κρεββάτι με φουσκωτά γεμάτα πούπουλένια μαξιλάρια και δίπλα έναν σεκιουριτά που θα περάσει το δικό του Σαββατόβραδο προστατεύοντας την ζωντανή διαφήμιση του καταστήματος επίπλου. Άθελά μου, μου πέρασε απ'το μυαλό η εικόνα ενός άστεγου να περνάει μπροστά απ'το κατάστημα, κρατώντας τα χαρτόνια του που τα'χει για κρεββάτι. Η σκέψη μου με προκάλεσε κι αμέσως είδα μιά γιαγιά να περνάει από δίπλα μου. Φαινόταν έτοιμη να περάσει το Σαββατόβραδό της στον δρόμο. Λυπήθηκα για τον σεκιουριτά που θα αναγκαζόταν να δει κι άλλους άστεγους να περνάνε απο'κει. Δεν με άφησα να κοιτάξω την γιαγιά. Άξιζε πολύ περισσότερα από μιά ματιά ντροπής και δήθεν συμπόνοιας.
Αποφάσισα οτί το Σαββατόβραδο μου άγγιζε ήδη την κορύφωσή του και πώς ήταν ώρα να γυρίσω σπίτι. Κάπου εκεί, είδα κάτω στο πάτωμα ένα κόκκινο υπνόσακο να τυλίγει με κάθε του δύναμη έναν άντρα που είχε το κεφάλι του ακουμπισμένο σε μιά γλάστρα. Δίπλα του βρισκόταν παρκαρισμένη μιά μερσεντές που περίμενε το αφεντικό της να τελειώσει το γλυκό του στο ζαχαροπλαστείο που είναι στο ισόγειο εκείνου του ξενοδοχείου που η μιά βραδιά του κοστίζει τριακόσια ευρώ. Λογικά με κυριακάτικο πρωινό. Μπορεί και την κυριακάτικη, εάν δεν έκλεισε κι αυτή...