Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Όλα είναι δρόμος, όλα είναι σπίτι (sisters)

Είχε τρείς βαλίτσες, έναν σάκο στην πλάτη, μια τσάντα στον ώμο και της δεύτερης μικρότερης την τιράντα να την εξοργίζει κάθε φορά που έπεφτε προς τον αγκώνα της, εμποδίζοντας την να χτυπήσει το εισιτήριο της εκείνο το σκοτεινά ροζ και χιονισμένο μεσόνυχτο στο, του μυαλού της, παραμυθένιο κέντρο της γης. Στην πραγματικότητα έβρεχε και οι παγωμένες μαχαιριές που έπεφταν στο πρόσωπό της, θα περίμεναν το φινάλε για να αποκαλύψουν τις μαγείες τους, όχι όμως τότε. Τίποτα ακόμα δεν είχε μπει στη θέση τους έτσι ώστε να'ναι η ώρα της τελικής κατάρρευσης όπου θα ακουγόταν και ο κρότος του πυροβολισμού που, μεταξύ των θυμάτων του, θα στόχευε και την έναρξη του επόμενου γύρου.
Ήταν τόσο νωρίς που ακόμα δεν είχε ξυπνήσει καν αυτός που θα αποφάσιζε να αυτοκτονήσει εκείνο το σούρουπο. Ή μάλλον, η λέξη σούρουπο δεν ανήκει στο μέρος της ιστορίας μας, ας μείνει ένα σκέτο βράδυ. Η λέξη σούρουπο είναι ζεστή, μυρίζει κρασί και έχει λίγο αλμυρό δάκρυ ανακατευμένο με εκείνη την στάλα θάλασσας ,που έμεινε από το απόγευμα. Το βράδυ εκείνο, τίποτα δεν είχε να κάνει με αυτό που προασπίζει το σούρουπο. Το βράδυ εκείνο ήταν επιθετικό και τα σπαθιά που άνηκαν στα σύννεφα κομμάτιαζαν τον ασημένιο ουρανό κάνοντας τον να κλαίει με λυγμούς.
Εκείνο το βράδυ της 12 Φλεβάρη, άλλοι κάνανε απεργία από την δουλειά τους, άλλοι από τον λήθαργο της ψυχαναγκαστικής σιωπής τους, άλλοι από την ανθρωπιά τους και ενας άλλος από την ζωή του. Ένας τυφλός γυρνούσε μια ταινία κι ένας άλλος που νόμιζε πως δεν ήταν, την κοιτούσε χάνοντας το νόημά της. Ήταν ήδη αρκετά αργά και η απόφαση είχε παρθεί. Θα αυτοκτονούσε, μα αυτή η τιμωρία δεν ήταν αρκετή κι έτσι προκάλεσε τους πάντες να θυμώσουν μαζί του και να τον μισήσουν αντί να του πουν καλό ταξίδι.
Δύο ώρες ήταν η διάρκεια εκείνης της εφτάλεπτης ιδρωμένης και αλαφιασμένης αποστολής να πάει η τούρτα φράουλα εκεί που άνηκε. Εκεί που τελικά σκοτώθηκε η απελπισία και η ταπείνωση λες και η τούρτα φράουλα την υπερασπίστηκε και αφύπνισε όλα τα γλυκά που υπήρξαν μέσα σ'εκείνο το σπίτι για να ξορκιστεί μιά για πάντα η μαύρη ενέργεια που κατασπάραζε το κάθετι στο πέρασμά της αφήνοντας τα αποφάγια να βρωμίσουν.
Μόλις είχε καεί η λάμπα, μόλις είχε κάνει εναν καινούργιο φίλο, μόλις είχε αφήσει κάτω τα μπαγκάζια της κι αμέσως έβγαλε απ'τις βαλίτσες της την περουσία της: 48 αστέρια, ένα μουσικό κουτί που έπαιζε την μελωδία του σπιτιού της, το κλεμμένο κερί, την εικοστή τέταρτη υπενθύμιση του οτί ο χρόνος δεν υπάρχει και τις χάρτινες λέξεις του μέλλοντός της.

Προστατευμένη και με την δύναμη που ανακτούσε, άκουσε την γλώσσα του σπιτιού της και την μίλησε αφήνοντάς την να πλημμυρίσει μέσα της και όπως μόνο εκείνη ήξερε να καθαρίσει όλα τα μικρόβια του ξενιστή που την είχε λεηλατήσει. Επιτέλους τα αλμυρά δακρυά της κι ο ιδρώτας της χύθηκαν στην θάλασσα που βρέθηκε στη μέση της μεγαλούπολης. Βρισκόταν σπίτι.

Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

Φουρτούνα στα ανοιχτά, παράθυρα.

"Αγοράκια που κλαψουρίζουν κάπου στα πίσω καθίσματα ενώ εγώ έχω πονοκέφαλο" θα μπορούσε να είναι η απάντηση στην ερώτηση τί τύπου άνθρωποι σε εκνευρίζουν που δεν έθεσε κανείς άλλος παρά η αναγκαστική παρακινητική σκέψη αυτού του προλόγου.

«Ανθρώπους που δε σέβονται τις λέξεις και που δεν εναρμονίζουν τις πράξεις τους με την έννοια όσων επικαλούνται και υπόσχονται. Είναι σαν να μου λες: Πεινάω, θέλω burger κι όταν στο σερβίρουν να το τρως με το ζόρι. Είναι σαν να προσκυνάς ,μουρμουρίζοντας με ευλάβεια προσευχές, μια εικόνα κι όταν εκείνη πάρει μορφή και σταθεί μπροστά σου, να μην την αγκαλιάζεις. Είναι σαν να ζητάς απο μια κοπέλα να γδυθεί και να μην της κάνεις έρωτα». θα μπορούσε να ήταν άλλη μια απάντηση.

Βλέπεις, ότι τολμάς να αφήσεις να γίνει συνήθεια, αφού περάσει την φάση του ναρκωτικού εθισμού που σε κάνει κυριολεκτικά να τρέχεις για να πάρεις την δόση σου κάτω απ’την βροχή μετά την δουλειά, αρχίζει να σου γδέρνει την ψυχή ώσπου λίγο πριν το τέλος, εκρήγνυται και διατάζει την λάβα του να σε παρασύρει μαζί με τα καστράκια σου που τόσο περήφανα καμάρωνες τρέχοντας από’δω κι από’κει χαμογελώντας. Για την ιστορία και προς απλή ενημέρωση και μόνο ήσουν τελικά μες τον (πολύ) άμαχο πληθυσμό κι αφού σου δόθηκε εξιτήριο άρον άρον πριν προλάβουν οι πληγές σου να επουλωθούν και χωρίς να υπάρχει κανείς να στις φιλήσει, βρέθηκες στον δρόμο.  Εκεί, κατά την διάρκεια της ψυχαναγκαστικής σου προσπάθειας, έκανες ότι περνούσε και μπορούσε να αντέξει το χέρι σου, έτσι ώστε να είσαι ένας αξιοζήλευτος άστεγος προς μίμηση. Φρόντισες να ταΐσεις αυτό που έσερνες μαζί σου για κατοικίδιο με τα ψίχουλα που σου πετούσαν αλλά τελικά ψόφησε από αφυδάτωση.  Ήταν και που δεν κατόρθωσες να το προστατέψεις κι από το κρύο το οποίο σε ξύπνησε εκείνη την νύχτα που δύο μέρες πριν, ίσως μάλλον να’ταν εβδομάδες δε θυμάμαι, δε θα πίστευες κανέναν και ίσως να μάλωνες μαζί του, εάν σου λέγε πως θα την έβγαζες με φούτερ δανεική και μάλιστα όχι. Τελεία.  

«Τους ανθρώπους που χάνουν τον σεβασμό προς τα λόγια τους -μεγάλα είτε μικροσκοπικής εμβέλειας- βιάζοντάς τα ανελέητα με κάποια άλλα που θα πουν ή που δεν θα πουν (καλύτερα)». Τελική απάντηση.

http://www.youtube.com/watch?v=EMsTSdHIJds