Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

(Άμεση) Δράση-αντίδραση

Μιά φορά κι έναν καιρό, όχι μακριά απο το τώρα κι απο'δω, η κυρία Χοζ Κύριος Ζ. ισχυριζόταν πώς θεράπευε ψυχές και δίπλα στην κουζίνα της, σε εκείνο το μεγάλο και παράξενα χρωματιστά δωμάτιο όπου κάθε φορά  η διάταξη των επίπλων ήταν διαφορετική, δεχόταν άντρες που χτυπούσαν νευρικά τα πόδια τους, γυναίκες που πίεζαν το παιδί τους να μιλήσουν για το πόσο πιεσμένα νιώθουν και πόσο μόνη νιώθει η μαμά τους επειδή ο μπαμπάς είναι ανεπρόκοπος, κορίτσια που έφερναν την ταμπέλα του Συνδρόμου της Στοκχόλμης που ήταν λέει ερωτευμένα με τους βιαστές τους και τέλος, μερικά βαμπίρ που συνήθως ήταν έξυπνες γυναίκες μολυσμένες από τους άντρες τους.
Η περίεργη μυρωδιά των πλαστικών λουλουδιών, το ανθυγιεινά πολυτελές μαξιλάρι, το απέραντο ψεύτικο φως και οι πολύωρες κουβέντες ,βρώμικες πιά καθώς έβγαιναν από το πλυμένο στο κομμωτήριο αυτί της κυρίας Χοζ Κύριος Ζ., εισχωρούσαν στους χοντρούς τοίχους του δωματίου και όσο η κυρία Κύριος, περίμενε κάθε χρόνο τις διαταγές του νερού και του ανέμου, ο θυμωμένος και χαιρέκακος ψίθυρος του Κάρματος, σκέπαζε την εκωφαντική μουσική συνδυασμένη από τον ποδοσφαιρικό αγώνα που έπαιζε για το τίποτα στην τηλεόραση που επιτέλους σήμερα χάλασε.
Η κυρία Χοζ Κύριος Ζ. έκανε τα πάντα για να κερδίσει την εμπιστοσύνη της Αρμονικής Συνθήκης Διαβίωσης. Είχε κάνει την αίτησή της στο Υπουργείο, είχε κατέβει στους δρόμους να διαδηλώσει για τα δικαιώματά Της φορώντας το παλτό που είχε ράψει η ίδια με εκτυπωμένες με έγχρωμο μελάνι λεζάντες κλεμμένες και αδικημένα δοσμένες προς τον νου και δεν έλειπε φυσικά από τις μαζώξεις ομοιών της, όπου κρυβόταν και πάλι μπροστά σε μία τηλεόραση που δεν κοιτούσε ποτέ.
Τα τελευταία χρόνια -είκοσι συν άλλα δύο πάνω κάτω- και ειδικά μετά την τρομοκρατική αλλαγή της Αμερικής του '11, εκείνη πίστευε πώς τα είχε καταφέρει. Είχε βάψει τα μαλλιά της ξανθά και είχε πιά αγοράσει γυαλιά, πολλά γυαλιά. Επίσης, οι καθρέυτες ήταν τόσοι πολλοί στο σπίτι της, που ακόμα κι ο Νάρκισσος που ήταν εκεί ξαπλωμένος πάνω στο πτώμα του περιεργαζόταν  τον Νάρκισσο που του πρόσφερε κι αναθεωρούσε κι αναρωτιόταν αν πρέπει τελικά να το προσφέρει σε εκείνην.
Ένα απόγευμα, κάποια, προσπάθησε να σκοτώσει την κυρία Χοζ Κύριο Ζ., αλλά τελικά κατόρθωσε απλά να μπει φυλακή και κάποιον κλειδαρά να πουλήσει μια εξαιρετικά ασφαλή κλειδαριά στην λαιμοκομμένη και αιμοχανούσα κυρία Χοζ.
Η κυρία Χοζ Κύριος Ζ., ποτέ δε κατάφερε να δει την υπογραφή της στην Αρμονική Συνθήκη Διαβίωσης και μετά απο δικαστήρια έχασε και το μοναδικό πράγμα που είχε αγαπήσει στην ζωή της. Το να την αγαπάνε. Κι όχι μόνο το έχασε μια φορά αλλά καταλάθως απαντημένα τηλέφωνα, ανόητες υποκρίτριες και χίλια δυό άσχετα και ιαινικά χαμόγελα της το θύμιζαν με την κάθε ευκαιρία.
Στο τέλος, εκείνος ο ψίθυρος έγινε μεταμεσονύχτιο ουρλιαχτό. Οι πολυπόθητοι μπάτσοι -στην προκειμένη περίπτωση- δεν άργησαν να την μπαγλαρώσουν για διατάραξη της κοινής και λογικής Αρμονίας. Μπορεί οι ψυχές που νόμιζαν πως θεραπεύονται να μείναν άρρωστες, αλλά μερικές άλλες σταμάτησαν να πονούν και δικαιώθηκαν. Ειδικά της κάποιας που κάλεσε με όλη την δύναμη των δαχτύλων της, το βράδυ εκείνης της μέρας που είχε ήλιο, το ...100.

http://www.youtube.com/watch?v=IBH97ma9YiI

Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2014

Liebes Tagebuch

Mπορείς κι έχεις κάθε δικαίωμα να επικαλεστείς την οποιαδήποτε δικαιολογία και να «εξηγηθείς» για αυτό που ξεκινάς να νιώθεις αρχές μετάνοιας ή έστω συναισθήματα «μήπως δεν έπρεπε;», αλλά οφείλεις και να ξέρεις πώς πιθανολογείται να χρησιμοποιηθούν όλα αυτά εις βάρος σου, στο αιώνιο δικαστήριο της εντιμης και καθαρής συνείδησης με μόνο δικαστή την αξιοπρέπεια του Εγώ σου.
Για λόγους διευκρίνησης και μόνο δε μιλώ για Κάρμα κι ούτε για κανόνες ηθικής μιας και αυτά είναι άπιαστα για το ευσυνείδητό μας δυναμικό κι απλά  εμείς τα υπακούμε αναγνωρίζοντας, μαθαίνοντας και ζώντας.

Όχι λοιπόν, μπορεί και ίσως, όμως τί σημασία πιά θα είχε εάν δεν;
Τί σημασία θα είχε να μην;

Η αλήθεια είναι, για να αλλάξω θέμα, πώς το να αφήσω να ακούσω για χιλιοστη φορά αυτόν τον καιρό (ψέμματα, σχεδόν η 5η θα’ναι) τις φράσεις «εγώ στα’λεγα» ή ακόμα χειρότερα το «κάθε εμπόδιο για καλό είναι» με προκαλεί και ακόμα ίσως και να ανυπομονώ πιά τώρα. Βλέπεις τελικα, όχι μόνο γυρνάει αλλά κατά την διάρκεια του κύκλου εκσφενδονίζει, χτυπάει πίσω του πόρτες με θόρυβο κάνοντας την σιωπή να σπάει τύμπανα αυτιών, φυσάει, αιμορραγεί και λίγο πριν το κλείσιμο του, ηρεμεί απότομα αφήνοντας μας να αγακανακτούμε εκνευρισμένα καθώς αιωρούμαστε λίγες στιγμές ίσα ίσα για να προλάβουμε να κρατηθούμε απο τα χέρια «εκείνων» που έχουν περισσότερη σωτήρια δύναμη απο κάθε μετα(υ)λλικό κάγκελο προστασίας κατά την ανώμαλη προσγείωση.
Αυτά τα χέρια λοιπόν είναι κατά κάποιο τρόπο μαγικά. Σε κρατάνε σφιχτά από το χέρι όπως ακριβώς κάνει  μια γιαγιά που πάει την εγγονή της στο σχολείο. Σε αγκαλιάζουν τρίβοντάς σου την πλάτη δίνοντας σιωπηλά κι απλόχερα την ζεστασιά που χρειαζόσουν για να αντισταθείς στον αέρα. Σου χαιδεύουν τα μαλλιά όπως κάνει  ένας άντρας σε μια γυναίκα πριν κοιμηθούν για να νιωσεις προστασία. Σε μουτζώνουν για να μην κάνεις τα ίδια λάθη και τέλος σε σπρώχνουν στο κενό, αφού έχουν εξασφαλίσει πώς έχουν δέσει γύρω σου το αερόστατο, έτσι ώστε η ελεύθερη σου πτώση  να σε οδηγήσει στο διπλό κρεββάτι που έστρωσες μόνος σου.
Κι εκεί πιά έχεις μπροστά σου όλο τον χρόνο που κατά την διάρκεια των ημερών σου δε σου φτάνει, για να γελάσεις, να μιλήσεις, να τραγουδήσεις και απλά να αισθανθείς δίπλα σου όλους εκείνους που δε βλέπεις πιά συχνά.

Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

Μ.

Ή θα συνεχιστεί λοιπόν απο'δω και πέρα να'ναι έτσι ή θα'ρχίσουν τα καστράκια μου, αφού μου δώσουν ultimatum διαμονής να με διώχνουν σιγά σιγά καθώς γκρεμίζονται παρασέρνοντας μαζί τους κι άμαχο πληθυσμό.
Τώρα μόνο ελπίζω σε αυτό που ξέρω κι εύχομαι πάντα να βρίσκω αυτή την ανάσα ή το ανοιχτό φερμουάρ που θα με γλυτώνει από την κομένη λέξη και τα ανελέητα σκουντήγματα. Ελπίζω επίσης να έχω πάντα κοντά μου αυτόν τον καθρεύτη που θα με ξελασπώνει από την επιρροή ενός αχρείαστου πρηξίματος και τέλος, μη ξεχάσω, να προμηθευτώ καραμέλες για την ανάσα που λέγαμε.
Ίσως και μπορεί και μάλλον να "γύρισε" τελικά, αλλά το αιώνιο¨αλλά μου λέει πώς στην κορύφωσή του εκανε το σκοινι(κό) να τρεμοπαίζει και να ρισκάρει με παιχνίδια δυνάμεων και σκέψεων που φέρνουν συχνά πονοκέφαλο.
Το χειρότερο δε, είναι οτί αν δε ρισκάρεις κινδυνεύεις να ρισκάρεις περισσότερα, μα στάσου, αυτό δεν ήμουν πάντα εγώ που (σ)το φώναζα;
Μ.